Platform: PS4, PS4 Pro (tested), Xbox One, Xbox One X, PC
Publisher: Ubisoft
Developer: Massive Entertainment
Διάθεση: CD Media
Κυκλοφορία: 12/03/2019

Το The Division 2 είναι το καλύτερο και διασκεδαστικότερο loot & shoot παιχνίδι της γενιάς. Σας το λέω απευθείας όσοι τυχόν αναρωτιέστε ακόμα. Παρακάτω λοιπόν θα δούμε γιατί ισχύει αυτό και πως κατάφερε η Ubisoft να φτάσει σε ένα τέτοιο πολύ δυνατό αποτέλεσμα.

Καταρχάς να πω πως ήμουν φαν και του αρχικού The Division. Παρά τις αδυναμίες του, μετά την 1.4 με 1.5 έκδοση του το παιχνίδι διορθώθηκε αρκετά και προστέθηκε πολύ αξιόλογο περιεχόμενο, ενώ η σκοτεινή και περισσότερο κλειστή ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης με τα χιόνια ήταν κάτι το πολύ έντονο. Έτσι, με καμβά το πρώτο The Division, η Ubisoft έδωσε τα ινία στην Massive Entertainment η οποία σε συνεργασία με πολλά ακόμα studios κάτω από την ομπρέλα της Ubisoft μας παρέδωσε ένα εξαιρετικό και ολοκληρωμένο αποτέλεσμα που σκαρφάλωσε άνετα στην κορυφή της πολύ απαιτητικής και δύσκολης κατηγορίας που ακούει στο όνομα online loot&shooters. Το παιχνίδι ξεκαθαρίζω πως δεν είναι τέλειο, αλλά είναι εντυπωσιακό το πόσο δουλεμένη και προσεγμένη είναι αυτή η πρώτη του έκδοση, τη στιγμή που άλλα παιχνίδια του είδους θέλουν τουλάχιστον 1 χρόνο για να φτάσουν σε κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα ή πολύ απλά πέφτουν και τρώνε τα μούτρα τους από την πρώτη τους «ανθεματισμένη» μέρα, χαχα.

Στο The Division 2 μεταφερόμαστε από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον και 7 μήνες μετά τα γεγονότα του πρώτου παιχνιδιού και το ξέσπασμα με τον θανατηφόρο ιό «Green Poison» που μεταδόθηκε με το χρήμα κατά τη διάρκεια της Black Friday. Η αλλαγή του σκηνικού είναι άμεση και τεράστια, πλέον από το πανύψηλο Μανχάταν με τους στενούς δρόμους μεταφερόμαστε στην Ουάσιγκτον με χαμηλότερα κτήρια, πιο ανοιχτό προσανατολισμό, μεγαλύτερους δρόμους, πάρκα και πληθώρα κυβερνητικών κτηρίων. Δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι πως πλέον βρισκόμαστε από χειμώνα σε καλοκαίρι και έτσι ο κόσμος μας είναι κατά πολύ φωτεινότερος, τα δέντρα και τα πάρκα είναι καταπράσινα, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι καλοκαιρινές μπόρες.  Αυτό που μένει κοινό όμως είναι η «μεταποκαλυπτική» εμφάνιση των πόλεων. Ο ιός έχει σαρώσει εδώ και μήνες και πλέον η Ουάσιγκτον βρίσκεται (και αυτή) σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης με τα πάντα να έχουν παραλύσει και την περιοχή να λυμαίνονται η αναρχία και διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις. Όπως και στο πρώτο παιχνίδι, εσείς ο Agent ενεργοποιείστε κάτω από την Directive 51 κατ’εντολή του Προέδρου και αποστολή σας είναι να σώσετε ότι έχει απομείνει, να προστατεύσετε τους αδυνάτους και να βοηθήσετε στην αναστήλωση της κοινωνίας. Εδώ συναντάμε και το μοναδικό κατ’εμε βασικό αρνητικό του παιχνιδιού, που είναι η απολύτως βασική ιστορία. Το όλο σκηνικό ταιριάζει για άπειρα παιχνίδια χωρίς να απαιτείται σεναριακή εξέλιξη, όπως έχουμε δει σε πάμπολλες σειρές τηλεοπτικές που τραβάνε σεζόν χωρίς να λένε κάτι νέο, έτσι και εδώ. Η ιστορία είναι «πιο basic πεθαίνεις» και εξυπηρετεί απλά την ύπαρξη του παιχνιδιού σε μια νέα περιοχή/πόλη. Τα cut-scenes που υπάρχουν είναι ελάχιστα, μικρά και ψιλοάχρηστα, δεν προωθούν την ιστορία και την αφήγηση ενώ και ο χαρακτήρας σας δεν μιλάει. Οι διάφοροι «σημαντικοί» χαρακτήρες σύμμαχοι ή εχθροί είναι απλά μαριονέτες, χωρίς βάθος και δεν τους δίνεται καμία σημασία και ανάπτυξη, πέραν των εντολών και αφορμών για νέες αποστολές σας. Θα μπορούσε να χτίσει καλύτερα έστω τους βασικούς ανταγωνιστές ή άλλες εκφάνσεις τους παιχνιδιού όπως οι μυστικοί Hunters με ορισμένα εντυπωσιακά cut-scenes αλλά ούτε αυτό γίνεται. Προς τιμήν του βέβαια, η δουλειά έχει πέσει μέσα στο ίδιο το παιχνίδι και ο ίδιος του ο κόσμος αναλαμβάνει να πει ορισμένες ιστορίες που αξίζουν να ειπωθούν. Από ηχητικά μηνύματα σε συλλεκτικά μαγνητόφωνα και κινητά μαζί με τα γνωστά echos από το πρώτο παιχνίδι δίνουν έναν κάποιο τόνο στη αφήγηση με μικρές ιστορίες και λεπτομέρειες. Το καλύτερο σημείο βέβαια είναι το ίδιο το περιβάλλον που μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι ιστορίες μπορεί να κρύβονται πίσω από διάφορα σκηνικά, ενώ δε λείπουν μικρά side missions και κομμάτια του παιχνιδιού που κρύβουν έντονα μηνύματα ακόμα και σε στιγμές που δεν απαιτείται πιστολίδι.

Πρωταγωνιστής του παιχνιδιού είναι για μένα, εύκολα, η ίδια η Ουάσιγκτον. Εξαιρετική επιλογή από την ομάδα ανάπτυξης η οποία και έχει ρίξει τρομερή δουλειά για τη μεταφορά, σχεδόν 1 προς 1, της πρωτεύουσας των ΗΠΑ. Τα απομεινάρια πλέον της πόλης είναι άκρως δυστοπικά και εντυπωσιακά ταυτόχρονα. Όλα παρατημένα, δρόμοι γεμάτοι από αυτοκίνητα, σκουπίδια και βαλίτσες ανθρώπων που έτρεχαν να ξεφύγουν. Άκαρπες προσπάθειες για έλεγχο της επιδημίας έχουν αφήσει εγκαταστάσεις φαντάσματα, η φύση ήδη έχει να επιβάλλεται στο τσιμέντο, οι υπόνομοι έχουν γεμίσει και ξεχειλίζουν στην επιφάνεια, ενώ ζωάκια όπως ελάφια, αλεπούδες, αρουραίοι κλπ βολτάρουν ανέμελα και ήσυχα εκεί που κάποτε υπήρχαν 2 και 4 λωρίδες κυκλοφορίας. Μέσα σε όλα αυτά βέβαια έχουμε και τις διάφορες φατρίες (True Sons, Hyenas, Outcasts) που προσπαθούν να επιβληθούν στις περιοχές, κάθε μία για τους δικούς της λόγους. Αν και εξωτερικά ξεχωρίζουν, στην ουσία και οι τρεις (για αρχή) φατρίες έχουν πάνω κάτω τις ίδιες μονάδες στη διάθεση τους με περισσότερη ποικιλία από το πρώτο παιχνίδι. Εχθροί ορμούν κατά πάνω σας, άλλοι παραμένουν κρυμμένοι snipers από μακριά, μερικοί καμικάζι αυτοκτονίας, άλλοι είναι mini tanks και έρχονται με πανοπλία και βαρύ εξοπλισμό, θα σας πετάξουν χειροβομβίδες, μολότοφ και γενικά θα περάσετε καλά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση πάντως είναι η τεχνητή νοημοσύνη του παιχνιδιού, τη βρήκα πολύ δουλεμένη και κατά πολύ καλύτερη από πολλά σύγχρονα παιχνίδια και σκάλες καλύτερη από τα υπόλοιπα loot & shoot παιχνίδια. Εδώ λοιπόν οι εχθροί, αν δεν είναι καμικάζι, θα καλυφθούν, θα στηθούν αν είναι snipers, θα θυμούνται που εμφανιστήκατε την τελευταία φορά, θα σας χτυπήσουν από πλάγια, θα σας περικυκλώσουν, θα σας πετάξουν μολότοφ για να βγείτε από την κάλυψη σας και γενικά θα κινούνται όπως ακριβώς κινείστε και εσείς. Αυτό, σε συνδυασμό με μερικές αποστολές του παιχνιδιού που λαμβάνουν χώρα στα πάμπολλα μουσεία της Ουάσιγκτον, μου πρόσφεραν μερικές από τις καλύτερες σκηνές δράσης σε παιχνίδι που έχω παίξει τα τελευταία χρόνια. Χωρίς cut scenes και scripted σκηνικά, θα βρεθείτε σε μουσεία φυσικής ιστορίας, τηλεπικοινωνιών και τηλεόρασης, γηγενών Αμερικάνων κ.α. καθώς και σε εμβληματικά ιστορικά κτήρια και μνημεία και θα ζήσετε πραγματικό, σκληρό και δύσκολο ανταρτοπόλεμο όπου θα χρειαστεί να σκεφτείτε καλά την τακτική σας, τους συμπολεμιστές σας και το build του χαρακτήρα σας.

Ανάμεσα βέβαια στις κύριες και δευτερεύουσες αποστολές, θα περιπλανηθείτε στους δρόμους της πόλης όπου και εδώ πλέον υπάρχει The Division 2 Review. Πλέον το The Division 2 μοιάζει περισσότερο «ζωντανό» με κλίκες να περιπολούν τους δρόμους, σημεία ελέγχου σε διασταυρώσεις, δημόσιες εκτελέσεις, στημένα ηχεία προπαγάνδας και πολλά άλλα, ενώ έχουμε και τις διάφορες μικρότερες κοινωνίες που προσπαθούν να στηθούν και να αναβαθμιστούν με τη βοήθεια μας. Όλα αυτά έχουν σκοπό να κρατούν συνεχώς απασχολημένο τον παίκτη, δίνουν μια εξαιρετική αίσθηση μια πόλης όντως σε πολιορκία και σε κατάσταση ανάγκης αφού βλέπετε πως όντως βοηθάτε και επηρεάζετε τους κατοίκους,  ενώ φυσικά απώτερος σκοπός είναι το loot και το level up. Και εδώ, μιλάμε για άλλο ένα εξαίρετο χαρακτηριστικό του The Division 2 και φυσικά άκρως κρίσιμο για το είδος του γενικότερα. Το αίσθημα της εξέλιξης που έχει ο παίκτης κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού είναι απολαυστικό. Το loot δηλαδή και όλο το leveling που κάνει ο χαρακτήρας σας δε σας αφήνει σε ησυχία από το συνεχές κυνήγι για βελτίωση και όλο το micromanagement με συνεχείς προσθήκες όπως τα specializations μετά το level 30 του παιχνιδιού που σας δίνουν ένα special όπλο (sniper, βαλλίστρα, grenade launcher) μαζί με έξτρα skills και φυσικά την αλλαγή από το leveling στο gear system. Μου πήρε γύρω στις 40 ώρες για να χτυπήσω το level 30 κάνοντας όλα τα side missions και πολύ ψιλοδουλειά όπως control points και λοιπά happenings. Και κάπως έτσι έφτασα στο endgame όπου εκεί το παιχνίδι απογειώνεται κάνοντας ένα «soft restart«. Tον χάρτη εισβάλλει μια νέα φατρία, η Black Tusk, η οποία και είναι έξτρα εξοπλισμένη και τεχνολογικά ανεπτυγμένη διαθέτοντας έως και σκυλο-ρομπότ! Πέρα από τη νέα φατρία, τα specializations, το gear score, τα νέα skills όλα είναι σαν να ξεκινάτε ένα The Division 2 Review. Είναι μια εξαιρετική ανατροπή και άριστη ευκαιρία για να υπάρχει δικαιολογία να ξαναπαίξετε τα main missions και strongholds τα οποία τώρα έχουν καταληφθεί από τη Black Tusk. Υπάρχουν bounties, όπου μπορείτε να ξεκινήσετε από το μικρό ψάρι και να πάτε σε ένα μεγαλύτερο με φυσικά καλύτερο loot. Υπάρχουν μυστικοί εχθροί όπως οι Hunters, όπου γίνονται trigger και εμφανίζονται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία και με συγκεκριμένες ενέργειες. Χώρια φυσικά τα πολλά μυστικά του τίτλου, που μόνο αν παρακολουθήσετε μερικούς κορυφαίους YouTubers του παιχνιδιού θα τα μάθετε. Έτσι, ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα που είχαμε από το πρώτο παιχνίδι καλύφθηκε και με το παραπάνω στο The Division 2 και μιλάω για το περιεχόμενο του endgame, το οποίο είναι απολαυστικό και πλούσιο, κάτι έξτρα κρίσιμο για το είδος αυτών των παιχνιδιών.

Γενικά το free roaming μαζί με το shooting του τίτλου έχουν βελτιωθεί κατακόρυφα από το πρώτο παιχνίδι. Ακόμα και τα gadgets που διαθέτετε, πλέον έχουν διαφοροποιήσεις όπως πχ αυτόματο turret ή sniper turret ή φλογοβόλο turret και πάει λέγοντας. Βρήκα πολύ βαθύ το σύστημα εξοπλισμού και αναβαθμίσεων καθώς υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που μπορούν να σας δώσουν boost όπως πχ ακόμα και να φοράτε ίδιας μάρκας gear, σας ξεκλειδώνει έως και 3 buffs για το build σας. Έτσι, θα βρείτε πολλούς οδηγούς online για τα καλύτερα builds, ειδικά αν βάλουμε στην εξίσωση και τη δυνατότητα για crafting και re-calibration, τα οποία ομολογώ πως δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να τα πολυχρησιμοποιήσω. Τη δράση κατακόρυφα ανεβάζει και η αίσθηση και ήχος των όπλων, τα οποία βρήκα άκρως ικανοποιητικά με βάρος εκεί που χρειάζεται, ένταση, πυγμή ή ταχύτητα και ελαφρότητα στα SMGs.

Φυσικά, το τεράστιο περιεχόμενο του τίτλου δε σταματά εδώ. Μια εντελώς νέα προσθήκη έρχεται και αφορά το PvP περιεχόμενο, μικρούς ξεχωριστούς χάρτες δηλαδή όπου μπορούμε να αναμετρηθούμε μόνο μεταξύ πραγματικών αντιπάλων. Τα modes που υπάρχουν είναι μόλις δύο και γνωστά, μιλάω για τα skirmish και domination. Γενικά το PvP μου άρεσε και είναι μια έξτρα πινελιά και απασχόληση, που έτσι και αλλιώς πάει στο ύφος του τίτλου. Και μην αγχώνεστε, στο PvP δε μετράει το level του χαρακτήρα σας και εξοπλισμού σας καθώς το παιχνίδι τα ισοβαθμίζει όλα για να είναι δίκαιες οι μάχες. Ο παλιός γνώριμος που επιστρέφει ανανεωμένος και ξεχώρισε από το πρώτο παιχνίδι ακόμα, είναι το Dark Zone. Το PvE και PvP ταυτόχρονα mode του παιχνιδιού όπου ξεχειλίζει ατμόσφαιρα. Εδώ έχουμε πλέον τρεις περιοχές στο χάρτη, οι οποίες είναι άκρως «μολυσμένες» αλλά στα πλαίσια του παιχνιδιού είναι γεμάτες με το καλύτερο loot. Μέσα εκεί μπορείτε να συναντήσετε άλλους παίκτες, να συνεργαστείτε για να νικήσετε τους δυνατούς εχθρούς και να κάνετε extract το loot ή πολύ απλά να τους σκοτώσετε και ληστέψετε κάνοντας τον χαρακτήρα σας rogue και στην ουσία βάζετε έναν στόχο στη πλάτη σας. Αυτό δίνει αφορμή για πολύ ιδιαίτερα gaming sessions αφού δεν ξέρει κανείς ποτέ τι μπορεί να σκέφτεται αυτός που έχεις απέναντι σου. Ειδικά αν παίξετε σε occupied Dark Zone, όπου μέσα υπάρχουν εχθροί μόνο από Black Tusk, εκεί επικρατεί απλά ο δυνατότερος, αφού κανόνες και ποινές δεν υπάρχουν και ο καθένας πραγματικά ζει το δικό του survivor! Γενικά το όλο θέμα με τις Dark Zones είχε ξεχωρίσει από το πρώτο παιχνίδι και εδώ το πάει πολλά σκαλιά παραπάνω, ενώ εισάγει και μερικά στοιχεία που βοηθούν τους νεοεισερχόμενους στο παιχνίδι.

Για το τέλος άφησα τον τεχνικό τομέα. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί την Snowdrop Engine όπου δουλεύει υποδειγματικά και εξυπηρετεί τέλεια τον ανοιχτό κόσμο του τίτλου. Τεράστια λεπτομέρεια παντού, τέτοια λεπτομέρεια στον κόσμο που θεωρώ πως πολύ απλά κανείς δεν θα κάτσει να παρατηρήσει και εκτιμήσει ιδιαίτερα και όμως υπάρχει. Πολύ μεγάλη διαφορά από το copy-paste εσωτερικά δωμάτια που βλέπαμε στο πρώτο παιχνίδι. Η ανάλυση στο PS4 Pro είναι dynamic 4K και σαφώς δεν παίζει σε native 4k, ενώ δεν παρατήρησα κανένα frame drop. Το παιχνίδι είναι πανέμορφο, ενώ οι φωτισμοί και τα εφέ εκρήξεων ξεχωρίζουν. Αυτό που μου άρεσε επίσης, πέραν την εναλλαγής μέρας/νύχτας, είναι τα καιρικά φαινόμενα που είναι άκρως πειστικά. Πυκνή ομίχλη που σας κάνει να πυροβολείτε στα τυφλά, καταιγίδα που σκοτεινιάζει τα πάντα, ενώ τα μπουμπουνητά με ένα καλό ζευγάρι ακουστικά ή ηχεία θα νομίζετε ότι είναι μέσα στο σπίτι σας! Φυσικά δεν είναι όλα ρόδινα στον τεχνικό τομέα, προσωπικά θα ήθελα ένα τσικ παραπάνω την ανάλυση, δηλαδή native 4K όπως πιάνει σε Xbox One X και PC. Ο ρουχισμός (apparel) επίσης δίνεται με το σταγονόμετρο στο παιχνίδι και αυτό γιατί (φυσικά) υπάρχουν loot boxes που, ευτυχώς, το μόνο που μπορούν να σας δώσουν είναι ρουχισμός και τέτοια διακοσμητικά. Από κει και πέρα τα facial animations είναι απλώς καλά, ενώ υπάρχει συχνό φαινόμενο να καθυστερούν να φορτώσουν textures σε οχήματα, αφίσες και τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης υπάρχει poping στον ορίζοντα, αν και με τόσα που γίνονται επί της οθόνη δεν μπορώ να πω ότι με ενόχλησε ιδιαίτερα. Φυσικά, δε λείπουν και ορισμένα bugs και κολλήματα όπως να μην ανοίγει η πόρτα και να χρειάζεται logout και ξανά login στο παιχνίδι, 2-3 φορές κράσαρε το παιχνίδι τελείως και με πέταξε στο μενού της κονσόλας, ΑΝ και ήδη (μιας και που άργησα το review) έχουν βγει 2-3 updates που έχουν διορθώσει και στρώσει όποια, αραιά μεν, προβλήματα δε, είχε το παιχνίδι.

Καταλήγοντας, κάνω κύκλο και πάω στην αρχή. Το The Division 2 είναι το καλύτερο loot and shoot παιχνίδι της γενιάς, έως τώρα τουλάχιστον και δε βλέπω να αλλάζει εύκολα (Borderlands 3;). Σε ένα πολύ ωραίο setting θα ξοδέψετε ευχάριστα δεκάδες ώρες σε πειστικό shooting και ανταρτοπόλεμο, ξέφρενο looting και διαχείριση του χαρακτήρα σας, χορταστικό endgame υπόδειγμα για vanilla έκδοση τέτοιου παιχνιδιού με ένα σύγχρονο τεχνικό τομέα. Η Ubisoft ήδη θα διαθέσει σε λίγες μέρες το πρώτο δωρεάν update όπου θα έχουμε και το raid 8 ατόμων, ενώ η στήριξη φαίνεται πως θα είναι συνεχής, υπάρχει φυσικά και επί πληρωμή Season Pass Year 1. Θεωρώ πως με ένα πιο cinematic χαρακτήρα και μια πιο δεμένη και βαθιά ιστορία-εξιστόρηση θα μιλούσαμε και για (ακόμα μεγαλύτερο) θρίαμβο. Όπως και να χει, η Ουάσιγκτον έχει να σας πει τις δικές της ιστορίες, United We Stand.