Platform: PS4 (tested), PS4 Pro, Χbox One, Xbox One X, PC
Publisher: Focus Home Interactive
Developer: Asobo Studio
Διάθεση: IGE S.A.
Κυκλοφορία: 14/05/2019

Από την αποκάλυψη, κιόλας, του A Plague Tale: Innocence, πολλοί διέκριναν μία ομοιότητα ανάμεσα στο παιχνίδι της Asobo Studio και στο εκπληκτικό, προ διετίας, πόνημα της Ninja Theory, Hellblade: Senua’s Sacrifice. Trailer στο trailer οι ομοιότητες στο gameplay, στον οπτικό τομέα, στην ατμόσφαιρα άρχισαν να πληθαίνουν και όλοι άρχισαν να αναφέρονται στο A Plague Tale ως «το επόμενο Hellblade». Δεν σας κρύβω οτι πιάνοντας το παιχνίδι στα χέρια μου, η συγκεκριμένη σύγκριση τριβέλιζε το μυαλό μου και ανέβασε τον πήχη αρκετά ψηλά. Ευτυχώς, το τελικό αποτέλεσμα ανταποκρίθηκε άψογα στις – πλέον – υψηλότατες προσδοκίες μου. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά τους τομείς που διαπρέπει ο τίτλος, ρίχνοντας φυσικα και μία καλή ματιά σε τυχόν ατοπήματά του.

Η ιστορία του παιχνιδιού ξεκινάει στη μεσαιωνική Γαλλία του 1348, κατά τη διάρκεια του εκατονταετούς πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας. Παράλληλα πρόκειται για το έτος κατά το οποίο ο Μαύρος Θάνατος (πανώλη) έχει φτάσει στην Ευρώπη, σε μία από τις πιο ζοφερές σελίδες του ανθρώπινου είδους, με σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού να υποκύπτει στη φονική ασθένεια. Φυσικά, οι ελάχιστες ιατρικές γνώσεις σε συνδυασμό με την εξάπλωση των δεισιδαιμονιών από την πλευρά της Εκκλησίας δυσχεραίνουν την κατάσταση, με τα τότε μεγάλα κεφάλια της θρησκείας να εξαπολύουν την Ιερά Εξέταση, σε ένα ατελείωτο κυνήγι μαγισσών, που όπως κανείς θα περίμενε, δεν καρποφορεί. Αμέσως αμέσως βλέπουμε πως η ιστορία του τίτλου διαδραματίζεται σε ένα άκρως ενδιαφέρον setting, το οποίο η Asobo Studio εκμεταλλεύεται στο έπακρο και φροντίζει να κάνει ξεκάθαρη τη φρικαλεότητα της εποχής. Μέσα σε όλο αυτό το χάος, ο παίκτης αναλαμβάνει τον έλεγχο της Amicia De Rune, η οποία ζει με τους γονείς και τον μικρό της αδερφό, Hugo – ένα από τα πιο συμπαθητικά παιδάκια που έχω συναντήσει προσωπικά σε παιχνίδι – σε μία έπαυλη, δίχως να νοιάζεται για το χάος που δεν έχει φτάσει ακόμη στην πόρτα τους. Σύντομα όμως – και μετά από έναν εξαιρετικό πρόλογο – τόσο η πανούκλα, όσο και η Ιερά Εξέταση, αναγκάζουν τα 2 παιδιά να αφήσουν πίσω τους γονείς τους και την ασφάλεια του σπιτιού τους και να προσαρμοστούν στα νέα, φρικιαστικά δεδομένα.

Αυτό που είναι σημαντικό να τονιστεί είναι οτι η Amicia γνωρίζει ελάχιστα τον μικρό της αδερφό, αφού μία ασθένεια του μικρού δεν του επιτρέπει να αφήνει την προστασία της μητέρας του για ώρα και έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Φυσικά, η ίδια ασθένεια γίνεται ο λόγος που οι στρατιώτες της Εκκλησίας κυνηγούν τα 2 παιδιά, με την Amicia να αναλαμβάνει εκτός από τη δική της επιβίωση, την προστασία ενός 5χρονου αγοριού, σε ένα αν μη τι άλλο διόλου φιλόξενο περιβάλλον. Το σενάριο του τίτλου είναι ένα από τα πολύ δυνατά του χαρτιά, αφού καταφέρνει να κρατά, από την αρχή μέχρι το τέλος, αμείωτο το ενδιαφέρον του παίκτη. Το μυστήριο γύρω από την ασθένεια του Hugo και οι λόγοι που τα 2 παιδιά διώκονται παραμένουν άγνωστα μέχρι τα τελευταία chapters της ιστορίας και η αποκορύφωση έρχεται και δένει απολύτως φυσικά και χωρίς υπερβολές. Το μόνο – κάτι σαν αρνητικό – στην ιστορία είναι το γεγονός οτι στο δεύτερο μισό δίνεται μεγαλύτερη βάση σε κάτι πιο μεγαλόπνοο και η έμφαση μεταφέρεται στο υπερφυσικό κομμάτι του παιχνιδιού, παραμερίζοντας λίγο την πραγματική ουσία. Αναφέρομαι φυσικά στη σχέση της Amicia και του Hugo.

Όπως είναι φυσικό, η σχέση ανάμεσα στα 2 αδέρφια βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων καθ’ όλη την περίπου δεκάωρη διάρκεια του παιχνιδιού και αναπτύσσεται εξαιρετικά. Η έφηβη Amicia αναλαμβάνει από το πουθενά το ρόλο του κηδεμόνα και η απειρία της γίνεται έκδηλη κατά τη διάρκεια της ιστορίας, με τα ξεσπάσματα απέναντι στον αδερφό της να επηρεάζει τη μεταξύ τους σχέση. Ευτυχώς, η Asobo Studio έχει επενδύσει σε αυτή τη σχέση και την αφήνει να εξελιχθεί οργανικά, χωρίς να χρησιμοποιεί φτηνές και βεβιασμένες συναισθηματικές τακτικές. Βεβαίως, έχετε υπ όψιν οτι πρόκειται για ένα αγοράκι 5 χρονών, οπότε μην περιμένετε κάτι αντίστοιχο της σχέσης Joel και Ellie, με τη σχέση των 2 αδερφιών να λάμπει κυρίως στις στιγμές που η ιστορία (και τα ίδια τα αδέρφια) προλαβαίνει να αναπνεύσει. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα λίγες περισσότερες τέτοιες στιγμές και θεωρώ οτι θα χωρούσαν κάποια επιπλέον κεφάλαια που θα έδιναν το χώρο και το χρόνο στα 2 παιδιά να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους. Από την άλλη, με ολόκληρη την εκκλησία και ατελείωτες ορδές από πεινασμένα ποντίκια (θα φτάσουμε εκεί αργότερα) στο κατόπι τους, είναι ελάχιστες οι φορές που τα 2 αδέρφια ξαποσταίνουν, οπότε ας μη ζητάμε και πολλά. Αυτοί που πραγματικά πλήττονται από τη βιαστική ανά σημεία αφήγηση είναι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που θα συναντήσουμε στο δρόμο μας, με τους περισσότερους από αυτούς να μην προλαβαίνουν να αναπτυχθούν επαρκώς. Το ίδιο ισχύει και για τους μονοδιάστατους villains της υπόθεσης, που αποτελούν κινούμενα στερεότυπα, αν και μεταξύ μας ας μην ξεχνάμε οτι βρισκόμαστε στο Μεσαίωνα και λίγο-πολύ οι ιδέες και οι αντιλήψεις ήταν ούτως ή άλλως περιορισμένες.

Το gameplay του A Plague Tale αποτελείται από έναν συνδυασμό μηχανισμών που συναντώνται σε σε stealth, σε action, ακόμη και σε horror παιχνίδια. Παρότι στο σύνολο τους οι μηχανισμοί είναι αρκετά βασικοί, πετυχαίνουν άψογα τον σκοπό τους και δεν βαρέθηκα στιγμή να εξερευνώ διαφορετικές προσεγγίσεις στον τρόπο παιχνιδιού μου. Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε πως το μόνο όπλο που βρίσκεται στη διάθεση του παίκτη είναι η σφεντόνα της Amicia, η οποία (λειτουργεί σαν τόξο και) όσο περνάει το παιχνίδι αποκτά και διαφορετικά πυρομαχικά, αυξάνοντας έτσι τις δυνατότητες της πρωταγωνίστριας. Εντάξει, τα πυρομαχικά είναι πάντα πέτρες, οι οποίες όμως όσο το παιχνίδι εξελίσσεται μπορούν να συνδυαστούν με διαφορετικές ουσίες και να έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα, προσφέροντας μας μία αρκετά μεγάλη γκάμα επιλογών. Με τη σφεντόνα η Amicia μπορεί να σπάσει αλυσίδες, να ανοίξει πόρτες, να σβήσει φωτιές, να προσελκύσει ποντίκια και ακόμη να εξουδετερώσει όσους στρατιώτες ήταν αρκετά αφελείς ώστε να μην φορούν κράνος. Εδώ να απονείμω έυσημα στην Asobo Studio, καθώς η πρώτη φορά που εξουδετέρωσα έναν εχθρο μπροστά στα μάτια του Hugo, θα μου μείνει για καιρό χαραγμένη στο μυαλό.

To κυρίως gameplay χωρίζεται σε 2 μέρη. Αφενός βλέπουμε την προσπάθεια των παιδιών να περάσουν μέσα από τους δεκάδες φρουρούς που τα αναζητούν και αφετέρου να αποφύγουν τα αναρίθμητα ποντίκια που θα βρεθούν στο δρόμο τους. Τα ποντίκια αποτελούν τον σιωπηλό συμπρωταγωνιστή του παιχνιδιού, αφού η παρουσία τους αλλάζει τα δεδομένα συνεχώς. Η Amicia και ο Hugo εκμεταλλευόμενοι τη μοναδική αχίλλειο πτέρνα των ποντικιών, τη φωτιά, καταφέρνουν να ελιχθούν ανάμεσα τους, ανάβοντας δαδιά, ξύλα και πυρσούς, σε ένα σκηνικό που αν και κομματάκι μονότονο μετά από κάποιες ώρες, πάντα καταφέρνει να εκτοξεύσει την αδρεναλίνη στα ύψη. Φυσικά, τα ποντίκια μπορούν να αποτελέσουν και έναν πολύτιμο σύμμαχο, αφού πολλές φορές ο παίκτης μπορεί να εκμεταλλευτεί την παρουσία τους και με τη χρήση φωτός και ουσιών να τα καθοδηγήσει στην καταβρόχθιση ολόκληρων αντιπάλων, σε ένα σκηνικό που ακόμη και 10 ώρες μετά κατάφερνε να μου προκαλεί το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Από την άλλη, η stealth αποφυγή των εχθρών θα σας φέρει μπροστά σε γνώριμα, από άλλα παιχνίδια, σκηνικά, αφού θα αναλωθείτε σε ενέργειες όπως η ρίψη αντικειμένων που τραβούν την προσοχή των αντιπάλων, η μετακίνηση μέσα σε ψηλά χόρτα και πίσω από χαμηλά πεζούλια. Παρότι δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως η Asobo Studio ανακαλύπτει και τον τροχό, το stealth του τίτλου δεν παρουσιάζει προβλήματα και πετυχαίνει το σκοπό του, με την A.I. πάντως να κινείται σε μετριότατα επίπεδα. O ίδιος ο Hugo πολλές φορές συνδράμει τα μέγιστα, αφού χάρις στο μέγεθος του καταφέρνει να περνάει από στενά ανοίγματα και να ανοίγει δρόμους, οι οποίοι ειδάλλως θα ήταν απροσπέλαστοι. Ο μικρός αποτελεί κάθε άλλο παρά βάρος και καταφέρνει, εκτός από το να είναι αξιολάτρευτος, να είναι και άκρως χρήσιμος στην περιπέτεια μας, παρότι η εξάρτηση του από την Amicia είναι τεράστια και η αδερφή του τον κρατάει από το χέρι στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Μάλιστα προς το τέλος αποκτά ένα δικό του ability, το οποίο προσφέρει μία φρεσκάδα στο παιχνίδι, σε σημείο που έχει αρχίσει να τη χρειάζεται πραγματικά. Το μόνο που έχω να επισημάνω είναι πως το σύνολο του το gameplay του παιχνιδιού είναι λιγάκι «ατσούμπαλο», κάτι που θα αντιληφθούν όσοι ασχοληθούν με τον τίτλο, αλλά και κάτι που συγχωρείται σχετικά εύκολα, αφού δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την εμπειρία.

Οπτικά, ειδικά αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το γεγονός οτι δεν πρόκειται για ένα ΑΑΑ παιχνίδι, το A Plague Tale εντυπωσιάζει. Τα περιβάλλοντα του τίτλου είναι πανέμορφα και λεπτομερή, τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι καλογυαλισμένα και η χρωματική παλέτα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Δηλώνω εντυπωσιασμένος από το art direction, είτε πρόκειται για εκείνα τα μουντά, ζοφερά, σάπια, γεμάτα με αίμα κλειστά δρομάκια, είτε για τα εκατοντάδες στιβαγμένα κουφάρια και τα κρεμασμένα πτώματα που έχουν αφεθεί στο έρμαιο των ποντικιών, είτε μιλάμε για τα δάση με την καταπράσινη βλάστηση, τα ποτάμια και τις λίμνες, τα χιονισμένα, κατάλευκα τοπία, κάθε chapter του παιχνιδιού είναι και μία διαφορετική οπτική εμπειρία. Ναι, ο τεχνικός τομέας στο σύνολο του δεν είναι αψεγάδιαστος, αλλά σε καμία στιγμή δεν επηρεάζει την εμπειρία, αφού το παιχνίδι καταφέρνει να τρέχει ομαλότατα, με ένα σταθερότατο framerate, ακόμα και όταν στην οθόνη συμβαίνει το έλα να δεις. Η εκπληκτική ατμόσφαιρα δεν οφείλεται μόνο στο εξαιρετικό art direction, αλλά και στον σχεδόν αψεγάδιαστο ήχο. Φαίνεται ξεκάθαρα πως έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην ηχητική επιμέλεια του τίτλου, αφού τα ηχητικά εφέ, είτε πρόκειται για το πλατάγιασμα των φτερών ενός κορακιού, είτε για εκρήξεις και γυαλιά που σπάνε, συνεισφέρουν τα μέγιστα στην εμπειρία. Η ίδια προσοχή έχει δοθεί και στα voice-overs, τόσο στα Αγγλικά, όσο και στα Γαλλικά, ενώ ειδικά η παιδική φωνούλα του 5χρονου Hugo είναι ικανή να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του καθενός. Τέλος, το βαρύ και ασήκωτο soundtrack του Olivier Deriviere (Vampyr, 11-11: Memories Retold) με τα πένθιμα βιολιά και τα τσέλα, σε συνδυασμό με την ανατριχιαστική ατμόσφαιρα και τα ηχητικά εφέ που προανέφερα, δένει τρομερά με το γενικότερο ύφος του παιχνιδιού και προκαλεί έντονα συναισθήματα.

Είναι λοιπόν το A Plague Tale: Innocence το νέο Hellblade; Και ναι και όχι. Η ιστορία της Amicia και του Hugo είναι εφάμιλλη – σε ποιότητα – της περιπέτειας της Senua, αλλά έχει το δικό της χαρακτήρα και τη δική της υπόσταση. Η Asobo Studio δημιούργησε ένα παιχνίδι που καταφέρνει να διηγηθεί μία άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία, αναμειγνύοντας ιδανικά τον τρόμο, την περιπέτεια και το stealth. Κάποια μικρά ατοπήματα στο gameplay και ένας ώρες-ώρες βιαστικός ρυθμός αφήγησης δεν αρκούν να χαλάσουν την εμπειρία. Με το πανέμορφο art direction, την εκπληκτική ατμόσφαιρα και τη σχέση μεταξύ των 2 αδερφιών στο επίκεντρο, το A Plague Tale: Innocence αποτελεί μία από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ένα εφιαλτικό και συνάμα πανέμορφο παραμύθι, που δεν πρέπει να χάσει κανείς.