Platform: PS4, PS4 Pro (tested), Xbox One, Xbox One X, PC
Publisher: Gun Media
Developer: Bloober Team
Διάθεση: Gun Media
Κυκλοφορία: 28/05/2019

Ο τρόμος. Ένα συναίσθημα που οι περισσότεροι από εμάς συχνά αποζητούμε. Μέσα από ταινίες, μέσα από video games, μέσα ακόμα από βιβλία και μουσική. Ένα συναίσθημα έντονο, δυνατό, απόκοσμο. Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να επιθυμούμε να βιώσουμε τον τρόμο στο μεδούλι μας; Δύσκολη ερώτηση, από αυτές που μόνο ένας ειδικός μπορεί να απαντήσει. Ευτυχώς, στην τρέχουσα γενιά κονσολών, ανάλογες εμπειρίες είχαμε πολλές στη διάθεση μας. Ομολογουμένως, οι περισσότερες από αυτές προέρχονται από μικρούς developers, οι οποίοι κάνουν δειλά δειλά τα πρώτα τους βήματα και επιλέγουν να αντλήσουν έμπνευση από τις ιστορίες του Lovecraft και του Stephen King ή από τις κινηματογραφικές δημιουργίες των Carpenter, Friedkin και άλλων. Κάπως έτσι, η μικρή Bloober Team, παρότι είχε ήδη κυκλοφορήσει αρκετά projects, άδραξε την ευκαιρία και το 2016 κυκλοφόρησε το παιχνίδι που την έβαλε ουσιαστικά στον gaming χάρτη. Το Layers of Fear.

Το παιχνίδι είχε μεγάλη απήχηση, τόσο στο κοινό, όσο και στους κριτικούς, συγκαταλεγόμενο άνετα στα καλύτερα παιχνίδια τρόμου της γενιάς, παρότι δεν ακολούθησε τις συμβατικές τακτικές που είχαμε συνηθίσει. Όντας μία από τις αγαπημένες μου εμπειρίες των τελευταίων ετών, και αφού ασχολήθηκα με το επίσης εξαιρετικό Observer, περίμενα τη μέρα που θα πιάσω στα χέρια μου το Layers of Fear 2. Η μέρα (και ο κωδικός) έφτασε, το download ολοκληρώθηκε, το χειριστήριο έλαβε τη θέση του στα χέρια μου και ένα ακόμη φρικιαστικό(;) ταξίδι ξεκίνησε. Ας δούμε λοιπόν παρέα εάν το πολύ καλό σερί της Bloober Team συνεχίστηκε. Spoiler Alert: Πρόκειται για ένα καλό παιχνίδι. Δηλώνω όμως διχασμένος. Άλλωστε ο πήχης είχε μπει ψηλά. Ξεκινάμε;

Αν και συνήθως αφήνω τον τεχνικό τομέα για το τέλος, πιστεύω πως αυτή τη φορά αξίζει να απονείμω εξαρχής τα εύσημα στην Bloober Team. Το Layers of Fear 2 αποτελεί ένα αψεγάδιαστο, όσον αφορά τον τεχνικό τομέα, παιχνίδι. Οπτικά, το τελικό αποτέλεσμα είναι πανέμορφο. Καλογυαλισμένα γραφικά, λεπτομερή περιβάλλοντα, εκπληκτικοί φωτισμοί που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό και ένα art direction υψηλοτάτου επιπέδου συνθέτουν ένα σύνολο που δύσκολα συναντάται σε μικρές παραγωγές. Είτε το παιχνίδι τρέχει «κανονικά» με χρώμα, είτε με το noir ασπρόμαυρο φίλτρο που κάνει συχνά πυκνά την εμφάνιση του (φανταστείτε μία κατασκοπική ταινία της δεκαετίας του 40), δεν βρήκα το παραμικρό ψεγάδι που μπορώ να προσάψω στον τίτλο. Τα 60 (ακατέβατα) fps που διατίθενται ως επιλογή στο PS4 Pro, στο οποίο ασχολήθηκα με το παιχνίδι συνεισφέρουν τα μέγιστα, αφού προσφέρουν μία πολύ ομαλή εμπειρία. Εξίσου εντυπωσιασμένος δηλώνω από την ηχητική επιμέλεια του παιχνιδιού. Καταπληκτικά ηχητικά εφέ, ψίθυροι, σταγόνες που στάζουν από το ταβάνι, γυαλιά που πέφτουν και θρυμματίζονται, οδηγούν τον πρωταγωνιστή μας στην τρέλα, χτίζοντας μία βαριά, σκοτεινή και αποπνικτική ατμόσφαιρα, που αποτελεί – όπως και για τον προκάτοχο του – το δυνατό χαρτί του Layers of Fear 2.

Κάπου εδώ να αναφερθώ σε αυτό που θεώρησα ότι πάτησε τα δικά μου προσωπικά κουμπιά. Μιλάω φυσικά για την εκπληκτική αισθητική του παιχνιδιού, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις πάμπολλες αναφορές σε κλασσικές ταινίες, με την Bloober Team να δείχνει διατεθειμένη να ικανοποιήσει τα γούστα του πιο hardcore σινεφίλ. Δεν ξέρω από που να αρχίσω και που να τελειώσω. Collectibles με αναφορές σε πρωτοπόρες ταινίες, σχεδόν 100 ετών, όπως Metropolis και Casablanca, ολόκληρα set pieces αφιερωμένα σε κινηματογραφικά έπη όπως το A Trip to the Moon και δανεισμός σκηνών από τις καλύτερες ταινίες τρόμου του περασμένου αιώνα. Να αναφέρω επιγραμματικά τα: Se7en, Psycho, The Shining και Repulsion. Ένας πραγματικός Παράδεισος για όποιον αγαπάει τον κινηματογράφο εξίσου με το gaming. Ίσως κάποιοι αναρωτηθούν: Μα γιατί τέτοια εμμονή με τον κινηματογράφο; Οι απαντήσεις που αναζητείτε, στην επόμενη παράγραφο.

Η ιστορία μας ξεκινά με τον πρωταγωνιστή μας να ξυπνά πάνω σε ένα πλοίο, χωρίς να έχει ιδέα για το πως βρέθηκε εκεί. Συνδέοντας τα στοιχεία, μαθαίνουμε πως πρόκειται για έναν ηθοποιό, ο οποίος κάποτε ήταν μεγάλος σταρ, αλλά πλέον έχει χάσει την αίγλη του και αποτελεί σκιά του μέχρι πρότινος εαυτού του. Στο πλοίο αυτό, ο ηθοποιός μας προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου και να αντιληφθεί πως βρέθηκε εκεί και περί τίνος πρόκειται η ταινία στην οποία υποχρεούται να συμμετάσχει. Όλα αυτά υπό τις οδηγίες ενός μυστηριώδη σκηνοθέτη (στον οποίο δανείζει τη φωνή του αριστουργηματικά ο Tony Todd ή αλλιώς ο Candyman, πρωταγωνιστής της ομώνυμης ταινίας), ο οποίος καθοδηγεί τον πρωταγωνιστή μας καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού και αποτελεί ουσιαστικά τον αφηγητή της ιστορίας μας. Καθώς, το Layers of Fear 2 επιδέχεται αρκετές διαφορετικές ερμηνείες, θα μείνω σε αυτές τις πληροφορίες και δεν θα προβώ σε λεπτομέρειες, καθώς το σενάριο σας καλεί να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Πρόκειται πάντως στη βάση του για ένα πολύ ενδιαφέρον σενάριο, που αφορά την αποδοχή και καταπολέμηση των προσωπικών δαιμόνων του πρωταγωνιστή μας, που δυστυχώς θα είναι δυσνόητο για αρκετούς από εκείνους που θα ασχοληθούν με τον τίτλο.

Η αλήθεια είναι πως κι εγώ ο ίδιος χρειάστηκα μία εκτεταμένη ανάλυση της πλοκής μετά το τέλος του παιχνιδιού, καθώς οι λεπτομέρειες, οι συμβολισμοί, οι αλληγορίες, τα δεκάδες σημειώματα, η ίδια η φύση της ιστορία ουσιαστικά δεν μου επέτρεψε να συγκρατήσω τα πάντα. Ειδικά για κάποιους «απαίδευτους«, οι αφηγηματικές τεχνικές θα φαντάζουν πραγματικός λαβύρινθος και θα τους αποπροσανατολίσουν σε μεγάλο βαθμό. Παρά ταύτα, βρήκα τις εν λόγω αφηγηματικές μεθόδους πολύ κομψές και στοχευμένες, αφού εκτιμώ τις ιστορίες με τα ιδιαίτερα νοήματα και τις διττές ερμηνείες. Εάν κάτι με «ξένισε» ήταν το τέλος του παιχνιδιού. Αρχικά, ας αναφέρω ότι υπάρχουν 3 διαφορετικά τέλη, τα οποία εξαρτώνται από το αν θα ακολουθήσετε ορισμένες υποδείξεις του σκηνοθέτη ή όχι, κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Αυτές οι επιλογές είναι και οι μοναδικές μικρές διαφοροποιήσεις στο ευρύτερο gameplay, το οποίο διατηρεί την κλασσική walking simulator φύση του πρώτου παιχνιδιού και την αλληλεπίδραση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντος που προχωρούν την ιστορία. Επιστρέφοντας στο θέμα μας, βλέποντας και τα 3 διαφορετικά endings, θεωρώ πως – παρότι αντιλαμβάνομαι τον αλληγορικό τους χαρακτήρα – κανένα από τα 3 δεν με ενθουσίασε και τα βρήκα ίσως λίγο βεβιασμένη προσπάθεια για δημιουργία τελικών καλών εντυπώσεων. Τουλάχιστον, το παιχνίδι ενθαρρύνει με αυτόν τον τρόπο πολλαπλά playthroughs και αυξάνει τη διάρκεια των 5-6 ωρών, η οποία είναι σαφέστατα μεγαλύτερη από αυτή του πρώτου Layers of Fear.

Για το τέλος άφησα την ουσία όλων των παιχνιδιών τρόμου. Τον ίδιο τον τρόμο. Η αλήθεια είναι ότι βρήκα το Layers of Fear 2 λιγότερο τρομακτικό από τον κάτοχο του. Πιστεύω πως αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι έχοντας ασχοληθεί με το πρώτο παιχνίδι σε βάθος, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι δεν υφίσταται κάποια ουσιαστική απειλή στη μεγαλύτερη διάρκεια του παιχνιδιού. Όταν ο παίκτης καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει στην πράξη κάποιος ή κάτι που προσπαθεί να τον σκοτώσει, τότε το παιχνίδι μετατρέπεται άμεσα σε ένα ακόμη walking simulator. Βέβαια, στο παιχνίδι υπάρχουν 3-4 αγχωτικότατα segments στα οποία ένα παραμορφωμένο τέρας κυνηγάει τον πρωταγωνιστή και αυτός προσπαθεί να διαφύγει, τρέχοντας και κλείνοντας τη μία πόρτα μετά την άλλη πίσω του. Αυτά τα segments αποτελούν κάποιες φορές την ένεση αδρεναλίνης που ο τίτλος τόσο πολύ χρειάζεται, αλλά η trial and error φύση τους, είναι πιθανό να ενοχλήσει αρκετούς παρά να τους αγχώσει όντως. Προφανώς και το Layers of Fear 2, όπως και ο προκάτοχος του, παίζει με το μυαλό μας, αλλάζοντας και περιστρέφοντας τα περιβάλλοντα γύρω μας, εμφανίζοντας και εξαφανίζοντας πόρτες και με αρκετές άλλες μεθόδους. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι παρότι λιγότερο «ουσιαστικά» τρομακτικό, το παιχνίδι με όπλα τη φρικιαστική του ατμόσφαιρα, τα τόσο λεπτομερή και ανατριχιαστικά του περιβάλλοντα, αλλά και τον αψεγάδιαστο ήχο του, καταφέρνει να κρατάει τον παίκτη σε εγρήγορση στη μεγαλύτερη διάρκεια του, ενώ φυσικά με έκανε να αναριγήσω δεκάδες φορές.

Συνοψίζοντας, είναι το Layers of Fear 2 ένα καλό παιχνίδι; Σαφώς. Συνεχίζει το εξαιρετικό σερί της Bloober Team και αποτελεί έναν άξιο διάδοχο του πρώτου παιχνιδιού; Εύκολα. Το θέμα είναι ότι δεν καταφέρνει πολλά περισσότερα από αυτά. Δεν πρόκειται για τον τίτλο που εκτοξεύει μία ήδη πετυχημένη συνταγή ή για το παιχνίδι που φαίνεται να επαυξάνει σε κάθε τομέα σε σχέση με τον προκάτοχο του. Η αλήθεια είναι πως προσωπικά περίμενα το κάτι παραπάνω και γι’ αυτό δηλώνω και κάπως διχασμένος από το τελικό αποτέλεσμα. Φυσικά, ας μην αδικούμε το παιχνίδι, το οποίο βασισμένο στην καταπληκτική του ατμόσφαιρα, τον άριστο τεχνικό του τομέα και την ιδιαίτερη αισθητική που το περιβάλλει αποτελεί μία από τις δυνατές στιγμές του πρώτου εξαμήνου της χρονιάς και πρόκειται σίγουρα για μία εμπειρία που θα ικανοποιήσει τα «θέλω» εκείνων που αρέσκονται στην ερμηνεία δύσπεπτων νοημάτων.