Platform: PS4 (tested), PS4 Pro, Xbox One, Xbox
Publisher: Capcom
Developer: Capcom
Διάθεση: CD Media
Κυκλοφορία: 08/03/2019

Ο Dante επέστρεψε και έφερε μαζί του και κάποιους φίλους…

6 χρόνια μετά το – όχι και τόσο πετυχημένο για τους φανς – reboot της σειράς, το Devil May Cry επιστρέφει, με τη νέα, πιστή στις ρίζες του franchise, προσθήκη, Devil May Cry 5. Η νέα προσπάθεια της Capcom αφήνει στην άκρη τα παράλληλα σύμπαντα του reboot και βαδίζει σε γνώριμα μονοπάτια, φέρνοντας γνώριμα πρόσωπα στο προσκήνιο και προσδοκώντας να γίνει ένα παιχνίδι που θα ανταποκριθεί στα θέλω των φανατικών οπαδών και φυσικά παράλληλα θα συμβαδίζει με τα στάνταρ του 2019. Όσον αφορά την ίδια την Capcom, με το Devil May Cry 5 θέλει να συνεχίσει το τρομερό σερί που τρέχει τα τελευταία 2 χρόνια, έχοντας καταφέρει να επαναφέρει τα περισσότερα από τα μεγάλα της franchises, όπως το Resident Evil και το Monster Hunter στις μεγάλες τους δόξες. Το τελικό αποτέλεσμα τη δικαιώνει και αυτη τη φορά.

Η ιστορία μας λαμβάνει χώρα λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα του Devil May Cry 4. Ένας μυστηριώδης άντρας με το ψευδώνυμο V φτάνει στα κεντρικά του Devil May Cry για να προσλάβει τον Dante, με αφορμή μία σειρά επιθέσεων από δαίμονες. Στο μεταξύ, ο Nero λειτουργεί τη δική του παρόμοια επιχείρηση, αρχηγείο της οποίας είναι ένα βαν, με μία φωτεινή επιγραφή Devil May Cry, με τη βοηθό του, Nico, η οποία τον εξοπλίζει με ό,τι χρειάζεται. Η αναζήτηση του Nero για το χαμένο Devil Bringer χέρι του, τον φέρνει αντιμέτωπο με τον Urizen, έναν παντοδύναμο Δαίμονα, ενώ διασταυρώνει την πορεία του με αυτή του Dante, όταν ο θρυλικός κυνηγός Δαιμόνων εμφανίζεται στο Red Grave City, στο επίκεντρο δηλαδή των δραστηριοτήτων των Δαιμόνων. Στην πόλη αρχίζει να αναπτύσσεται το δέντρο Qliphoth και οι 3 πρωταγωνιστές μας, συμπεριλαμβανομένου του V, προσπαθούν να σταματήσουν τον Urizen, ο καθένας για τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Και εκεί ξεκινάει το καλό. Αλλά στιγμές πριν περάσουμε στην ανάλυση της ιστορίας του παιχνιδιού, αξίζει να αναφερθεί πως οι τρεις βασικοί χαρακτήρες τραβούν από την αρχή το ενδιαφέρον, με τον Dante φυσικά ως πρωτοπόρο και τον Nero να ακολουθεί πλέον από κοντά όσον αφορά το χιούμορ και τα cheesy one-liners, αλλά και το μυστήριο που περιβάλλει την ταυτότητα του V να ιντριγκάρει μέχρι και τη στιγμή της αποκάλυψης της.

Παρότι το σενάριο δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, έχει κάποιες δυνατές αφηγηματικές στιγμές που θα κάνουν τους παλιούς φανς της σειράς να εντυπωσιαστούν και κρατάει το ενδιαφέρον, παρά το γεγονός οτι κάποια σεναριακά plot twists τα είδα να έρχονται από χιλιόμετρα. Φυσικά το υπερβολικό badass-ιλίκι δημιουργεί κάποιες cringe στιγμές, κάτι με το οποίο συμβιβάστηκα εξαρχής και μετά από λίγες ώρες έπιασα τον εαυτό μου να το απολαμβάνει κιόλας. Ναι, η ιστορία αποτελείται από τον κλασσικό δαίμονα που έρχεται να καταστρέψει τον κόσμο, τους ήρωες που προσπαθούν να τον νικήσουν, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, δεν ενοχλεί κανέναν. Στην ομολογουμένως καλή και προσεγμένη αφήγηση συνεισφέρουν τα μέγιστα και τα εντυπωσιακά cutscenes, για τα οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια. Η αλήθεια είναι πάντως πως το παιχνίδι τελειώνει απότομα, σε ένα σημείο που ένιωθα πως σιγά σιγά κορυφώνει όσον αφορά την ιστορία, δίνοντας μου την εντύπωση οτι βρίσκομαι ακόμη στα 2/3 της εμπειρίας και ξαφνικά είδα τα credits να πέφτουν από το πουθενά. Επιπλέον, οι δηλώσεις στελεχών για 15ωρο story mode δεν επιβεβαιώθηκαν, αφού χρειάστηκα γύρω στις 10 ώρες για να ολοκληρώσω το παιχνίδι. Θέλω να πιστεύω πως σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο η επιλογή μου να παίξω στη Human δυσκολία, αντί για την Devil Hunter, καθώς όντας νέος στη σειρά επέλεξα τη δυσκολία που μου πρότεινε το ίδιο το παιχνίδι, χωρίς να αντιληφθώ πως μάλλον πρόκειται για το Easy. Λίγα είναι και τα πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος μετά την ολοκλήρωση του campaign, έχοντας τη δυνατότητα να ξαναπαίξει τα secret missions που συναντά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ( κάτι σαν challenges ) ή να κάνει practice στο The Void. Πρόκειται για έναν άδειο χώρο με μόλις έναν εχθρό που βοηθάει στη δοκιμή των διαφορετικών κινήσεων πριν την απόκτηση τους. Παράλληλα με το τέλος του παιχνιδιού, ένα νέο μεγαλύτερο επίπεδο δυσκολίας γίνεται διαθέσιμο και δρα ουσιαστικά ως NG+, αφού ο παίκτης ξεκινά με όλα τα abilities που έχει ήδη αποκτήσει. Από εκεί και πέρα θεωρώ οτι σεναριακά ο τίτλος σήκωνε κάποιες ώρες ακόμα, με το τέλος να αφήνει έντονους υπαινιγμούς για sequel.

Ας περάσουμε στο ψητό, αφού το gameplay του Devil May Cry 5 είναι αυτό που το κάνει πραγματικά να ξεχωρίζει. Το γνωστό, ασταμάτητο, brutal hack n’ slash επιστρέφει και είναι στα καλύτερα του, με απύθμενο βάθος και με τους 3 πρωταγωνιστές να φέρνουν και από κάτι διαφορετικό στο τραπέζι. Αρχικά, ο Dante έχει στη διάθεση του τόσα όπλα αλλά και playstyles που θα αρκούσαν για 3 και 4 διαφορετικούς χαρακτήρες. Η ποικιλία στα combos, η ποικιλία στα όπλα και τα σπαθιά, αλλά και η δυνατότητα να μεταμορφωθεί σε δαίμονα, κάνουν την πλήρη εξοικείωση με το combat system του Dante μία πρόκληση. Παλιός, καλός Dante λοιπόν. Όσον αφορά τον Nero, εκείνος παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τον Dante, με τη μεγάλη διαφορά να έγκειται στη χρήση των Devil Breakers, μηχανικών χεριών με τα οποία τον παρέχει η Nicko. Τα Devil Breakers μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατ’ επανάληψη μέχρι να φθαρούν και να σπάσουν ή να αυτοκαταστραφούν κατά βούληση, προκαλώντας ζημιά σε όποιον βρίσκεται κοντά στον Nero και γενικότερα προσφέρουν μία ευρεία ποικιλία στον χαρακτήρα, αφού τα περισσότερα διαφέρουν παρασάγγας μεταξύ τους. Για το τέλος άφησα τη νέα προσθήκη στο franchise, το μυστηριώδη V. Οι μάχες με τον V είναι μακράν οι πιο βατές από τους 3 χαρακτήρες, κυρίως επειδή ο ίδιος έχει ελάχιστη ανάμειξη στη μάχη. Τη «βρώμικη» δουλειά κάνουν για λογαριασμό του 3 δαίμονες, ο Griffon, ο Shadow και ο Nightmare, δηλαδή ένα πουλί, ένας πάνθηρας και ένας γίγαντας αντίστοιχα. Ο Nightmare αποτελεί το Devil Trigger – ή αλλιώς την ειδική ικανότητα – του V, όπως όταν ο Dante μεταμορφώνεται σε δαίμονα. Ο ίδιος ο V είναι αυτός που αποτελειώνει τους εχθρούς του με το πάτημα ενός κουμπιού, με τη μόνη του αρμοδιότητα μέχρι εκείνο το σημείο να είναι να κρατήσει στη ζωή τόσο τον εαυτό του, όσο και τους δαίμονες του.

Και οι 3 χαρακτήρες αναβαθμίζονται, τόσο αυτοί όσο και τα όπλα τους, μέσω της χρήσης των red orbs που αποκτούμε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και αυξάνονται εφόσον φέρνουμε εις πέρας τις αποστολές με «στυλ» ή με άλλα λόγια χρησιμοποιώντας διαφορετικά combos σε κάθε μάχη. Η αλήθεια είναι οτι το ποσοστό των αναβαθμίσεων που μπόρεσα να κάνω μέσα σε ένα playthrough αποτελούν ένα μικρό ποσοστό των συνολικών αναβαθμίσεων και μάλλον θα χρειαστεί και δεύτερο και τρίτο πέρασμα για να αντικρίσω τις δυνάμεις των πρωταγωνιστών σε όλους το μεγαλείο. Παράλληλα, η συνεχής εναλλαγή των χαρακτήρων από αποστολή σε αποστολή συνεισφέρει τα μέγιστα στο να μη βαρεθεί ο παίκτης, κάτι όχι και τόσο δύσκολο να συμβεί αν λάβει κανείς σοβαρά υπ’ όψιν το μέτριο level design του παιχνιδιού. Παρότι λεπτομέρη, τα περιβάλλοντα ανακυκλώνονται αρκετά, με ένα μεγάλο μέρος της ιστορία να λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του Qliphoth και την παλέτα των χρωμάτων να κινείται σε συγκεκριμένες αποχρώσεις. Επιπλέον, η διάρθρωση των επιπέδων του τίτλου παρουσιάζει το μοτίβο διάδρομος – αρένα – διάδρομος – αρένα και σπάνια κάνει τη διαφορά. All things considered πάντως, το level design δεν αποτελεί ένα πρόβλημα αρκετό να χαλάσει την εμπειρία.

Στα του τεχνικού τομέα, το Devil May Cry 5 εντυπωσιάζει. Ο τίτλος τρέχει με τη RE Engine, η οποία χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στο Resident Evil 7: Biohazard και συνεχίζει να δείχνει τα δόντια της. Ας αρχίσουμε από το γεγονός οτι το παιχνίδι επιδιώκει και εν τέλει πιάνει τα 60 fps, με τα frame drops να είναι ελάχιστα και να εμφανίζονται συνήθως στα cutscenes, παρότι στην οθόνη μας συνήθως γίνεται το έλα να δεις. Το υψηλό και σταθερότατο framerate είναι ό,τι καλύτερο για ένα παιχνίδι με την ασταμάτητη δράση του εν λόγω παιχνιδιού και η Capcom αξίζει συγχαρητήρια στο συγκεκριμένο τομέα. Τα μοντέλα των πρωταγωνιστών είναι λεπτομερέστατα, οι φωτισμοί εντυπωσιακοί ενώ και το animation είναι σε υψηλότατο επίπεδο, με μία λεπτομέρεια σχεδόν πρωτοφανή, τόσο in-game όσο και στα cutscenes, τα οποία αξίζουν ιδιαίτερη μνεία, καθώς ρίχνουν σαγόνια. Τα cutscenes του Devil May Cry 5 δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από σκηνές δράσεις μεγάλων blockbusters του Hollywood, αναγκάζοντας με να τραβήξω σχεδόν 100 screenshots, αδυνατώντας όμως παράλληλα να σας μεταφέρω αυτούσιο το δέος που ένιωσα σε κάποια σημεία, μέσω αυτών. Ειλικρινά, θεωρώ πως τεχνικά το Devil May Cry 5 ρίχνει σαγόνια και αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά παιχνίδια της γενιάς. Μία αναφορά αξίζει επίσης το soundtrack του τίτλου, το οποίο κάνει αισθητή την παρουσία του καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Με νέα battle themes για τους 3 πρωταγωνιστές μας και φυσικά με μικρά περάσματα κομματιών που ακούστηκαν στα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, το soundtrack δίνει την απαραίτητη δυναμική όπου χρειάζεται, κορυφώνοντας ιδανικά την ένταση, με metal και ηλεκτρονικά κομμάτια.

Το Devil May Cry πραγματοποιεί μία μεγάλη επιστροφή. Η Capcom παρουσιάζεται ωριμότερη από ποτέ και καταφέρνει να επαναφέρει το θρυλικό franchise στις μεγάλες του δόξες. Με ένα βαθύτατο και διασκεδαστικότατο σύστημα μάχης, με 3 άκρως ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές και ένα σενάριο που προσφέρει απλόχερα πληροφορίες για το παρελθόν των χαρακτήρων το Devil May Cry 5 είναι βέβαιο πως θα εντυπωσιάσει το hardcore κοινό της σειράς. Με έναν τρομερό τεχνικό τομέα, τόσο όσον αφορά τα 60 καρέ ένα δευτερόλεπτο, όσο και τα λεπτομερέστατα μοντέλα των χαρακτήρων, αλλά και τα εντυπωσιακά cutscenes, το παιχνίδι ανταποκρίνεται πλήρως στα στάνταρ της γενιάς και αποτελεί έναν από τους πιο όμορφους τίτλους του PlayStation 4. Παρότι ένιωσα πως η ιστορία τελειώνει κάπως απότομα, πρόκειται για μία πέρα ως πέρα πλήρης και αυθεντική Devil May Cry εμπειρία. Και εις ανώτερα!